βῑνέω

βῑνέω
Grammatical information: v.
Meaning: `coïre, futuere, τὸ βίᾳ μίγνυσθαι' (Ar., Sol. ap. H.).
Other forms: βενέω Olympia Va· Ipf. βινεσκόμην, fut. βινήσω .
Derivatives: Desid. βινητιάω (Ar.), as if from *βινητής; cf. ὠνητιάω : [ὠνητής :] ὠνέομαι.
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Vulgar word. Often combined with βία `violence', but DELG points out that there is no evidence for violence. One also compared ζάει βινεῖ H.; how? Skt. jinā́ti `overpower, suppress' nor ptc. jī-na- (only gramm.) = *βῑνός convince. Not with Palmer, Minos 5 (1957) 62 to δῑνέω, which does not fit semantically. De Lamberterie, CEG 1, suggests, because of the variant βενέω, *gʷen- `woman' with ῑ from κῑνέω; but we expect *δεν- (cf. μνάομαι).
Page in Frisk: 1,237

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • νεῴ — νεῴ̆ , ναός 2 Ma. masc nom pl (attic epic ionic) νεῴ̆ , ναός 2 Ma. masc dat sg (attic epic ionic) νεῴ̆ , νεώς 2 Ma. masc nom pl (attic epic ionic) νεῴ̆ , νεώς 2 Ma. masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεώ — νεώ̆ , ναός 2 Ma. masc gen sg (attic epic ionic) νεώ̆ , νεώς 2 Ma. masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νέω — (I) νέω (Α) 1. πλέω, κολυμπώ 2. μτφ. (για υπόδημα) είμαι δυσανάλογα μεγάλος («ἔνεον ἐν ταῑς ἐμβάσιν», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. νέω < *νέfω συνδέεται με το ρ. νήχω*, αλλά εμφανίζει θέμα με ε , πιθ. αναλογικά προς το πλέω / ἔπλευσα. Μερικοί… …   Dictionary of Greek

  • νέω — νέος young masc/neut nom/voc/acc dual νέος young masc/neut gen sg (doric ionic aeolic) νέος young masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic) νέος young masc/fem/neut gen sg (attic doric aeolic) νέω swim pres subj act 1st sg (epic doric ionic aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεώ — (I) νεῶ, άω (Α) 1. καλλιεργώ αγροτική έκταση για πρώτη φορά ή μετά από κάποιο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αγρός έμεινε ακαλλιέργητος προκειμένου να ενδυναμωθεί η γη και να δεχθεί τη νέα σπορά («ἡ δὲ κατεργασία ἐν τῷ νεᾱν κατ άμφοτέρας τὰς… …   Dictionary of Greek

  • νεῶ — νεάω plough up pres imperat mp 2nd sg νεάω plough up pres subj act 1st sg (attic epic ionic) νεάω plough up pres ind act 1st sg (attic epic ionic) νεάω plough up pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic) νεάω plough up pres ind act 1st sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεῷ — νεάω plough up pres opt act 3rd sg νεάζω to be young fut opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νέῳ — νέος young masc/neut dat sg νέος young masc/fem/neut dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νοῦν — νέω swim pres part act masc voc sg (attic epic doric) νέω swim pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) νέω swim imperf ind act 3rd pl (attic epic doric) νέω swim imperf ind act 1st sg (attic epic doric) νέω 1 swim pres part act masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νένησθε — νέω swim perf imperat mp 2nd pl νέω swim perf ind mp 2nd pl νέω swim plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) νέω 3 heap perf imperat mp 2nd pl νέω 3 heap perf ind mp 2nd pl νέω 3 heap perf imperat mp 2nd pl νέω 3 heap perf ind mp 2nd pl νέω 3 heap… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νεῖς — νέω swim pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) νέω swim imperf ind act 2nd sg (attic epic) νέω 1 swim pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) νέω 1 swim imperf ind act 2nd sg (attic epic) νέω 2 spin pres ind act 2nd sg (attic epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.